Γιατί τα ευαγγέλια δεν είναι ιστορικά κείμενα – Μέρος Α’

gospels

Ύστερα από το κεφαλαιώδους σημασίας άρθρο του για “Τα 48 επιχειρήματα των χριστιανών απολογητών για την ιστορικότητα του Ιησού” και την εξίσου σημαντική μελέτη του για την αυθεντικότητα του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, ο ερευνητής Τάσος Καρανίκας “ξαναχτυπά” με το πρώτο μέρος της νέας του έρευνας αναφορικά με τα Ευαγγέλια. Για ποιον λόγο δεν πρέπει να τα διαβάζουμε ως ιστορικά κείμενα; Πρόκειται για ακόμη μία εξαντλητική μελέτη επάνω στο ζήτημα που φιλοδοξεί να καταστεί σημείο αναφοράς για τους ειδικούς ερευνητές της ιστορίας του χριστιανισμού.

Έλληνες Μυθικιστές, 12/11/2018

——————————————————————————————————————————- 

 

Στην εργασία “Τα 48 επιχειρήματα των χριστιανών απολογητών για την ιστορικότητα του Ιησού “[1] εξετάσαμε τα γενικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για την υπεράσπιση της αξιοπιστίας της χριστιανικής ιστορίας. Στην εργασία “Πράξεις των αποστόλων: γεγονότα ή ψευδοϊστορία[2] εξηγήσαμε τους λόγους που καθιστούν το συγκεκριμένο βιβλίο ως ένα έργο θρησκευτικής λογοτεχνίας και προπαγάνδας. Στην παρούσα εργασία (Α’ και Β’ μέρος) θα προχωρήσουμε περαιτέρω στην εξέταση της φύσης των ευαγγελίων και ιδιαίτερα του “Μάρκου”.

 

Του Τάσου Καρανίκα – ερευνητή

 

Στο Α’ μέρος θα εξετάσουμε το κατά πόσον τα ευαγγέλια ακολουθούν τους κανόνες της κλασικής ιστοριογραφίας και ποιες είναι οι χριστιανικές “αποδείξεις” που υποστηρίζουν ότι αποτελούν καταγραφές αυτοπτών μαρτύρων. Στο Β’ μέρος θα εξηγήσουμε γιατί οι ευαγγελικές αφηγήσεις είναι βαθιά αλληγορικά κείμενα, με έντονο το στοιχείο του πλαγιαρισμού, κυρίως από τις Παλαιές Γραφές. Συνεπώς δεν μπορούν να εκληφθούν σαν ιστορικά κείμενα ή βιογραφίες, τουλάχιστον με την αυστηρή έννοια του όρου.

Τα ευαγγέλια ως ιστορίες αυτοπτών μαρτύρων. Ποιοι; Πως; Πότε;

Στην πρώτη εργασία (επιχείρημα 2) ισχυριστήκαμε πως τα ευαγγέλια ήταν αρχικά ανώνυμα. Δεν είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, δεν παραπέμπουν στις πηγές τους, οι συγγραφείς δεν αναρωτιούνται ποτέ για την εγκυρότητα των πληροφοριών που μεταδίδουν, οι συγγραφείς τους μιλούν σαν παντογνώστες κλπ.

Οπως εξηγεί ο μελετητής της ΚΔ, Armin Daniel Baum (“The Anonymity of the New Testament History Books,” σελ. 121) :

Ενώ οι περισσότερες επιστολές της ΚΔ φέρουν το όνομα των (υποτιθέμενων) συγγραφέων (Ιάκωβος, Ιούδας, Παύλος, Πέτρος κ.α) οι συγγραφείς των ιστορικών βιβλίων (ευαγγέλια και Πράξεις) δεν αποκαλύπτουν την ταυτότητά τους. Oι τίτλοι με τα ονόματα (πχ το Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο) είναι ξεκάθαρα δευτερεύουσας σημασίας.

Η ένσταση εδώ είναι πως και οι αρχαίοι ιστορικοί λειτουργούν συχνά με τον ίδιο τρόπο, χωρίς να προσδιορίζουν την ταυτότητά τους μέσα στα κείμενά τους. Ωστόσο, ακόμα και αν το κείμενο δεν αναφέρει τον συγγραφέα, υπάρχει συχνά ένα όνομα προσαρτημένο σε κάποιο διασωθέν χειρόγραφο. Η συνηθισμένη πρακτική στην αρχαία γραμματεία ήταν να μπαίνει το όνομα του συγγραφέα στην γενική ακολουθούμενο από τον τίτλο του έργου. Π.χ. στην περίπτωση του Ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου, υπάρχει η ταυτοποίηση του συγγραφέα σε όλα τα πρώιμα χειρόγραφα των Χρονικών ή των Ιστοριών ως Cornelii Taciti (Koρνηλίου Τάκιτου) και ακολουθεί ο τίτλος (πχ Αnnales). Παρομοίως, σε πολλά αρχαία χειρόγραφα των Ιστοριών του (όπως και των Χρονικών), υπάρχει ο τίτλος Cor. Taciti libri (Τα βιβλία του Κορνήλιου Τάκιτου) [3].

Το ίδιο συμβαίνει και με πολλούς αρχαίους κλασικούς συγγραφείς, των οποίων το όνομα εμφανίζεται μέσα στο κείμενο, όπως του Θουκυδίδη στην ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου (1.1.) όπου συναντάμε την δήλωση: “Θουκυδίδης, ο Αθηναίος, έγραψε την ιστορίαν του πολέμου μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων.” Ο ιστορικός Ηρόδοτος, (Ηροδότου Ιστορίες 1.1.), ο Διονύσιος της Αλικαρνασσού (1.8.4) και ο Ιώσηπος (Ιωσήπου Βίος 1,3) συμπεριλαμβάνουν το όνομά τους στους προλόγους των έργων τους. Μερικές φορές το όνομα του συγγραφέα εμφανίζεται αργότερα στο κείμενο όπως στην “Ζωή του Οθωνα” (10.1) όπου ο βιογράφος Σουετώνιος Τράγκυλλος αναφέρεται στον” πατέρα μου Σουετώνιο Λαέτιο“, όπου αποκαλύπτει το όνομα της οικογένειάς του.

Εδώ πάλι συναντάμε το πρόβλημα με τους παραδοσιακούς συγγραφείς των ευαγγελίων που πήραν τα ονόματά απ’τους Μάρκο, Ματθαίο, Λουκά και Ιωάννη. Τα ευαγγέλια χρησιμοποιούν έναν εντελώς μη συμβατικό τρόπο ταυτοποίησης. Τοποθετούν την ελληνική πρόθεση “Κατά” και μετά το όνομα κάποιου, το οποίο μεταφράζεται ως “σύμφωνα με” ή “όπως μας παραδόθηκε από τον Τάδε”. Aυτή είναι μια περίεργη και εντελώς προβληματική γραμματική κατασκευή. Π.χ. στην περίπτωση του Τάκιτου ποτέ δεν συναντάμε τον τίτλο “σύμφωνα με τον Τάκιτο” ή “όπως μας παραδόθηκε από τον Τάκιτο”. Αντιθέτως έχουμε μια ξεκάθαρη αναφορά στον γνωστό ιστορικό ως συγγραφέα των βιβλίων.

Επιπλέον, δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτοί οι αφύσικοι τίτλοι των ευαγγελίων υπήρχαν στα αρχαιότερα χειρόγραφα. Σίγουρα δεν έχουμε τα αυτόγραφα χειρόγραφα για κανένα έργο της αρχαιότητας, αλλά στην περίπτωση των αρχαιότερων χειρογράφων των ευαγγελίων συναντάμε αρκετές γραμματικές διαφοροποιήσεις, κάτι που μαρτυρά πως δεν υπήρχε κάποιος αρχικός και κατασταλαγμένος τίτλος στα κείμενα. ‘Οπως παρατηρεί ο γνωστός μελετητής της ΚΔ, Bart Erhman (Jesus: Apocalyptic Prophet of the New Millennium, σελ 249-250):

Επειδή τα διασωθέντα ελληνικά χειρόγραφα των ευαγγελίων παρουσιάζουν μια ευρεία ποικιλία τίτλων, οι μελετητές των κειμένων έχουν συμπεράνει από καιρό πως τα γνωστά ονόματα δεν πηγαίνουν πίσω σε κάποιον “αρχικό” τίτλο, αλλά προστέθηκαν από μεταγενέστερους αντιγραφείς.

Ο συγκεκριμένος τρόπος ονοματοδοσίας επίσης προτείνει πως οι τίτλοι αυτοί προστέθηκαν αργότερα. Η πρόθεση “Κατά” ακολουθούμενη από την λέξη “ευαγγέλιον” συνδέεται έμμεσα με τον Ιησού, υπονοώντας πως ο πραγματικός τίτλος ήταν “Το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού” (Τα καλά νέα του Ιησού Χριστού”) και μετά ακολουθούσε η πρόθεση “κατά” προκειμένου να διαχωριστούν τα διαφορετικά ευαγγέλια. Μάλιστα αρκετοί μελετητές πιστεύουν πως η αρχική πρόταση του “Κατά Μάρκον” (1.1) λειτουργούσε ως τίτλος για το συγκεκριμένο ευαγγέλιο:

Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ

Αυτή η φράση μπορεί να συγκριθεί με την εισαγωγική φράση στις Ιστορίες (1.1.) του Ηροδότου:

Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε (Ηροδότου του Αλικαρνασσέα η έκθεση των ερευνών)

Η μεγάλη όμως διαφορά μεταξύ του ευαγγελίου του Μάρκου και των Ιστοριών του Ηροδότου είναι πως η εισαγωγική φράση του “Μάρκου” δεν περιέχει το όνομα του συγγραφέα, αλλά αποδίδει το κείμενο στον Ιησού Χριστό. Ωστόσο, η κυκλοφορία αρκετών διαφορετικών ευαγγελίων επέβαλε τον τύπο “Κατά” ώστε να υπάρχει διάκριση μεταξύ τους.

Αν και, όπως είπαμε, δεν έχουμε τα πρωτότυπα των αρχαίων συγγραφέων, στην περίπτωση του Τάκιτου έχουμε επαρκείς αποδείξεις ότι το όνομα του συνδέονταν με τα συγκεκριμένα έργα. Ο Πλίνιος ξεκάθαρα αναφέρεται στις Historiae ως έργο του Τάκιτου με την φράση “Auguror nec me fallit augurium Historias tuas immortales futuras” [“Προβλέπω, χωρίς να απατώμαι, οτι οι Ιστορίες σου θα μείνουν στην αιωνιότητα”(Ep. 7.33.1)]. Ο χριστιανός Τερτυλιανός (Adv. gentes 16, and Ad nationes 1.11) αναφέρεται στις Ιστορίες χρησιμοποιώντας την φράση ως τίτλο: “in quinta Historiarum” [“Ο Τάκιτος στο πέμπτο βιβλίο των Ιστοριών“].

Πέρα όμως απ’τον τίτλο, μπορούμε να κοιτάξουμε μέσα στο κείμενο για να δούμε αν ο συγγραφέας δίνει πληροφορίες για τον εαυτό του. Στην περίπτωση του Τάκιτου πάλι, έχουμε τον συγγραφέα να εξηγεί την σχέση του με τα γεγονότα που περιγράφει:

Εγώ δεν είχα ποτέ επαφή με τους Γάλβα, Οθωνα ή τον Βιτέλιο, δεν είχα ούτε κέρδος ούτε ζημιά. Δεν θα αρνηθώ πως έλαβα το αξίωμα μου απο τον Βεσπασιανό, μετά πήρα προαγωγή απο τον Τίτο, και μετά απο τον Δομιτιανό. Αλλά γι’αυτούς που επιθυμούν την απαράλλακτη αλήθεια, είναι αναγκαίο να μιλήσω χωρίς στρατευμένα κίνητρα ή προκατάληψη (Ιστορίες 1.1)

Eδώ ο Τάκιτος μπορεί να μην αναφέρει το όνομά του αλλά αποκαλύπτει πως είναι Ρωμαίος αξιωματούχος στην περίοδο των Φλάβιων. Αυτό ταιριάζει με τις βιογραφικές πληροφορίες που έχουμε για τον Τάκιτο εκτός των Ιστοριών του. Π.χ. έχουμε τα γράμματα του Πλίνιου του νεότερου (6.16; 6.20) στα οποία απαντάει στις ερωτήσεις του Τάκιτου σχετικά με την έκρηξη του Βεζούβιου. Τα γράμματα του Πλίνιου επίσης αναφέρονται στην πολιτική καριέρα του Τάκιτου ως κρατικού αξιωματούχου, κατά την οποία έβγαλε επικήδειο λόγο στην κηδεία του στρατηγού Βιργίνιου Ρούφου (2.1). Αρα έχουμε εξωτερικές επιβεβαιώσεις πως ο συγγραφέας των Ιστοριών είναι αυτός που μας συστήνεται μέσα στο έργο του.

Οι αφηγητές, τώρα, του “Ματθαίου” και του “Μάρκου” περιγράφουν τα γεγονότα απο μια εντελώς εξωτερική σκοπιά. Τίποτα στο αφήγημα τους δεν αποτελεί συλλογή προσωπικών εμπειριών ή αναμνήσεων, αλλά μάλλον εστιάζουν στο ζήτημα “Ιησούς Χριστός”, χωρίς να ξεκαθαρίζουν αν είχαν ποτέ κάποια άμεση σχέση μ’αυτό.

Ο Ματθαίος δανείζεται το 80% των στίχων του Μάρκου και ο Λουκάς το 65%.

Αν όμως ο Ματθαίος ήταν ο τελώνης, ο μαθητής του Ιησού, τότε γιατί αντιγράφει το 80% του Μάρκου, που δεν ήταν καν ακόλουθος του Ιησού; Οπως λέει το Oxford Annotated Bible (σελ. 1746):

Το γεγονός πως ο ευαγγελιστής βασίζεται τόσο πολύ στον Μάρκο και στην χαμένη πηγή των Λογίων (Q), δείχνει έναν μεταγενέστερο άγνωστο συγγραφέα.”

Ο μελετητής J.C. Fenton: “The Gospel of St. Matthew“, σελ. 12 , επισημαίνει πως “Οι αλλαγές που κάνει (σ.μ. ο Ματθαίος) στην ιστορία του Μάρκου δεν είναι οι διορθώσεις που θα έκανε ένας αυτόπτης μάρτυρας σε κάποιον που δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας“.

Ο συγγραφέας του Λουκά-Πράξεις (θεωρείται ως ένα ενιαίο βιβλίο) χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο στον πρόλογο των έργων του (Λκ 1:3, Πράξεις 1:1) χωρίς όμως να δίνει κάποιο βιογραφικό στοιχείο για τον εαυτό του oύτε να αναφέρει τις πηγές που υποτίθεται πως ερεύνησε για να γράψει το ευαγγέλιο του (ξέρουμε πως αντιγράφει αρκετό υλικό απο τον Μάρκο). Επίσης είναι αμφισβητήσιμο αν η χρήση του πρώτου πληθυντικού σε διάφορα σημεία των Πράξεων (16:10-17, 20:5-15, 21:1-18, 27:1-28:16), όπως θα δούμε παρακάτω, αντανακλά τις προσωπικές εμπειρίες του συγγραφέα. Το Κατά Ιωάννην τώρα είναι το μόνο ευαγγέλιο που επικαλείται κάποιον αυτόπτη μάρτυρα (21:24), αλλά αρκετοί σύγχρονοι μελετητές αμφιβάλλουν αν αυτός ο “αγαπημένος μαθητής” ήταν ο πραγματικός συγγραφέας, και η ανωνυμία του χαρακτήρα αποτυγχάνει να τον συνδέσει με κάποιον γνώριμο χαρακτήρα του αφηγήματος. Και ενώ ο “Ιωάννης” δεν ακολουθεί το ipsissima verba των προηγούμενων ευαγγελίων, ο συγγραφέας σίγουρα είναι εξοικειωμένος με αυτές τις αφηγήσεις.

Περίπου 100 χρόνια μετά την συγγραφή των ευαγγελίων, στην εποχή του Ειρηναίου (180 μΚΕ), δόθηκαν τα παραδοσιακά ονόματα στα γνωστά ευαγγέλια. Ο Ειρηναίος ήθελε τέσσερα στον αριθμό, όπως “οι τέσσερις άνεμοι” και οι “τέσσερις γωνίες της Γης“(Κατά Αιρέσεων 3.11.8). Αυτή ήταν η λογική του …

 

Ο Bart Ehrman : “Forged: Writing in the Name of God “, σελ. 225- 226, εξηγεί:

H ανωνυμία των ευαγγελίων διατηρήθηκε για δεκαετίες. Οταν οι εκκλησιαστικοί των αρχών του δεύτερου αιώνα αναφέρονται ή παραπέμπουν στα ευαγγέλια της ΚΔ, δεν αναφέρουν ποτέ τους τίτλους ή τους συγγραφείς τους. Ακόμα και ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, που γράφει γύρω στα 150-60 μΚΕ, παραθέτει κάποιους στίχους απ’αυτά αλλά δεν υποδεικνύει τα ονόματα τους. Για τον Ιουστίνο, αυτά τα βιβλία ήταν γνωστά ως συλλογικά έργα, οι “Αναμνήσεις των Αποστόλων”….

…Γιατί τα ονόματα επιλέχτηκαν στο τέλος του δεύτερου αιώνα; Για δεκαετίες υπήρχαν φήμες για δύο σημαντικές μορφές της πρώιμης εκκλησίας που κατέγραψαν τα έργα και τις διδασκαλίες του Ιησού. Βρίσκουμε αυτές τις φήμες στα έργα του Παπία (τώρα χαμένα αλλά διασώθηκαν στην Εκκλ. Ιστορία του Ευσέβιου 3.39.14-17- 4ος αιώνας) γύρω στα 120-130 μΚΕ, σχεδόν μισό αιώνα πριν τον Ειρηναίο. Ο Παπίας υποτίθεται πως ισχυρίστηκε πως ο μαθητής Ματθαίος κατέγραψε τα λόγια του Ιησού στα εβραϊκά και άλλοι τα μετέφρασαν, προφανώς στα ελληνικά. Είπε επίσης πως ο ακόλουθος του Πέτρου, ο Μάρκος, ανασύνταξε τις διδασκαλίες του Πέτρου…και έφτιαξε ένα βιβλίο μ’αυτές.

Αρα έχουμε αναφορές στα έργα που γράφτηκαν απο τους Ματθαίο και Μάρκο μέσα στα γραπτά του εκκλησιαστικού Παπία. Αντίθετα όμως με τις παραπάνω πηγές, ο Παπίας δεν παραπέμπει σε κάποια αποσπάσματα απο τα παραπάνω κείμενα, οπότε δεν είναι σίγουρο αν αναφέρεται στα γνωστά Ευαγγέλια. Τα γραπτά του Παπία δεν έχουν διασωθεί, και όλες οι αναφορές γι’αυτά βρίσκονται στα γραπτά του εκκλησιαστικού του 4ου αιώνα, Ευσέβιου. Αλλού ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστορ. 3.39.13) περιγράφει τον Παπία σαν άτομο χαμηλής νοημοσύνης, κρίνοντας απ’τα γραφόμενα του. Σε ένα απ’αυτά λέει πως ο Ιούδας, αφού πρόδωσε τον Ιησού, φούσκωσε τόσο πολύ που τελικά έσκασε! (Απολλινάριος Λαοδικείας, Σχόλια επι του Ματθαίου 136). Αλλού ο Παπίας ισχυρίστηκε πως ο Ιησούς είχε υποσχεθεί γιγάντια τσαμπιά με ατελείωτα σταφύλια και άλλα τέτοια φαιδρά (Κατά Αιρέσεων, 5. 33-3), κάτι που είναι ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε στα μέσα του δεύτερου αιώνα, όπου ο θρύλος και οι φήμες για τις διδασκαλίες του Ιησού είχαν βγει εκτός ελέγχου.

Γράφει, λοιπόν, ο Ευσέβιος (Εκκλησιαστική Ιστορία 3.39.15) σχετικά με τον ισχυρισμό του Παπία πως ο Μάρκος κατέγραψε την προφορική παράδοση για τον Ιησού όπως την έλαβε απο τον Πέτρο:

Μάρκος μὲν ἑρμηνευτὴς Πέτρου γενόμενος, ὅσα ἐμνημόνευσεν, ἀκριβῶς ἔγραψεν, οὐ μέντοι τάξει τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου ἢ λεχθέντα ἢ πραχθέντα. Οὔτε γὰρ ἤκουσεν τοῦ κυρίου οὔτε παρηκολούθησεν αὐτῷ͵ ὕστερον δὲ͵ ὡς ἔφην͵ Πέτρῳ.

Σχετικά με την αναφορά του Παπία στον Ματθαίο (Εκκλ. Ιστορ. 3.39.16) γράφει ο Ευσέβιος:

“Ματθαῖος μὲν οὖν Ἑβραΐδι διαλέκτῳ τὰ λόγια συνετάξατο͵ ἡρμήνευσεν δ΄ αὐτὰ ὡς ἦν δυνατὸς ἕκαστος” [4]

Από την στιγμή που ο Ειρηναίος γνώριζε τα έργα του Παπία (Κατά Αιρέσεων 5.33.4), έπλασε την σύνδεση μεταξύ αυτών των κειμένων και των ευαγγελίων του Ματθαίου και του Μάρκου. Ωστόσο, ένα μεγάλο πρόβλημα μ’αυτή την παράδοση είναι πως ο Παπίας δεν παραπέμπει ποτέ στα έργα που αποδίδονται σ’αυτούς τους συγγραφείς. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το ευαγγέλιο του Ματθαίου, για το οποίο ο Παπίας ισχυρίζεται πως γράφτηκε στα εβραϊκά/αραμαϊκά, αν και αυτό που έχουμε διαθέσιμο σήμερα είναι γραμμένο στα ελληνικά. Αλλά και ο ισχυρισμός που κάνει για τον Μάρκο, ότι δηλαδή η παράδοση που διέσωσε ήταν “οὐ μέντοι τάξει“, δηλαδή σε μη τακτοποιημένη μορφή, δεν εναρμονίζεται με το κείμενο του Κατά Μάρκον, το οποίο είναι αρκετά προσεγμένο στην δομή και την ρητορική του. [5]

Σύμφωνα με τον Ειρηναίο πάλι, η πηγή του Παπία γι΄αυτές τις πληροφορίες ήταν κάποιος Ιωάννης Πρεσβύτερος. Ο μελετητής της ΚΔ Μichael J. Kok (The Gospel on the Margins, σελ. 105) γράφει:

H πηγή του ήταν κάποιος Ιωάννης ο Πρεσβύτερος, μια μορφή που παραμένει ακόμα απροσδιόριστη. Φαίνεται απίθανο να ήταν κάποιος ακόλουθος του Ιησού, αλλά μάλλον ένας δεύτερης γενιάς χριστιανός ηγέτης της Μικράς Ασίας. Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για τις διασυνδέσεις του έξω απο την Μ.Ασία ή την αξιοπιστία του. Γνωρίζουμε πως ο Παπίας εμπιστεύτηκε αφελώς μια εβραϊκή/αραμαϊκή έκδοση του Ματθαίου και άλλα θαυμαστά σημεία (Εκκλ.Ιστορία 3.39.9,16). Αν οι πηγές του Παπία ήταν σαθρές, τότε πως γίνεται να εμπιστευτούμε ο,τι έγραψαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς που βασίστηκαν σ’αυτόν”;

Ο ισχυρισμός, τώρα, πως ο Μάρκος ήταν ο Ιωάννης- Μάρκος των Πράξεων, ο ακόλουθος του Πέτρου, τίθεται υπο σοβαρή αμφισβήτηση αν λάβουμε υπόψη πως ο Λουκάς αντιγράφει το 65% των στίχων του Μάρκου. Ολο αυτό είναι περίεργο από την στιγμή που ο Λουκάς είναι κατά πάσα πιθανότητα ο συγγραφέας των Πράξεων, όπου ο Ιωάννης Μάρκος κάνει μια εμφάνιση στις Πράξεις 12:12. Αυτό σημαίνει πως ο συγγραφέας του Λουκά-Πράξεις συμπεριλαμβάνει σ’ένα αφήγημα του τον συγγραφέα ενός προηγούμενου ευαγγελίου, απ’το οποίο αντιγράφει ένα μεγάλο μέρος του υλικού του. Αλλά παρόλα αυτά δεν αναγνωρίζει ποτέ αυτό το άτομο ως βασική πηγή του! Ο Randel Helms, στο βιβλίο του “Who Wrote the Gospels? (σελ. 22) γράφει:

Αρα ο συγγραφέας του Λουκά-Πράξεις, όχι μόνο γνώριζε έναν Ιωάννη Μάρκο, τον στενό ακόλουθο του Πέτρου και του Παύλου, αλλά επίσης είχε στην κατοχή του και ένα αντίγραφο του λεγόμενου ευαγγελίου του Μάρκου, αντιγράφοντας κατά γράμμα τριακόσιους στίχους, αλλά ποτέ δεν κάνει τη σύνδεση μεταξύ του Ιωάννη Μάρκου και του ευαγγελίου του Μάρκου! Ο λόγος είναι απλός: Η σύνδεση του ανώνυμου ευαγγελίου με τον Ιωάννη Μάρκο είναι μια εικασία του δεύτερου αιώνα, που δεν ήταν δεδομένη την εποχή του Λουκά.

Παρομοίως, ο Ιγνάτιος (c. 105-115 μΚΕ) φαίνεται να παραθέτει κάποιους στίχους από τον Ματθαίο και να αναφέρεται στο άστρο της Βηθλεέμ, (Ματθ. 2:1-12) στην επιστολή τους Προς Εφεσίους (19:2), αλλά ποτέ δεν τους αποδίδει σε κάποιον Ματθαίο. Ο Πολύκαρπος (c. 110-140 μΚΕ) επίσης φαίνεται να παραθέτει κάποιους στίχους ή φράσεις από τα Συνοπτικά ευαγγέλια, χωρίς όμως πάλι να τις αποδίδει σε κάποιον γνωστό συγγραφέα. Εδώ υπάρχει μια ακαδημαϊκή διαμάχη για το αν και οι δύο αυτοί εκκλησιαστικοί παραπέμπουν σε κάποια γραπτά κείμενα ή αν απλά αναπαράγουν κάποιες προφορικές παραδόσεις που ήταν στην κυκλοφορία. [6]

H αίσθηση τώρα του Ειρηναίου ότι ο συγγραφέας του Λουκά-Πράξεις ήταν ένας ακόλουθος του Παύλου, προέρχεται από μια υπόθεση που βασίζεται σε μερικά χωρία των Πράξεων, όπου ο συγγραφέας μιλάει σε πρώτο πρόσωπο πληθυντικού (16:10-17; 20:5-15; 21:1-18; 27:1-28:16). Ωστόσο, μελετητές όπως ο William Campbell : “We” Passages in the Acts of the Apostles, σελ 13, έχουν καταλήξει:

Η ερώτηση σχετικά με την ιστορικότητα των γεγονότων στα χωρία των Πράξεων με το “εμείς” και με το αν ο Λουκάς ή οι πηγές του ήταν μάρτυρες σ’αυτά, δεν μπορεί να απαντηθεί ακόμα και απ’τους πιο ακραιφνείς υποστηρικτές της ιστορικότητας και της θεωρίας των αυτοπτών μαρτύρων. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι Πράξεις δεν μας δίνουν καμία πληροφορία, γράφοντας ανώνυμα και κατασκευάζοντας έναν ανώνυμο παρατηρητή, κάτι που προτείνει πως το πρώτο πρόσωπο πληθυντικού στις Πράξεις έχει να κάνει με ένα αφήγημα όχι ιστορικό. [7]

Επιπλέον, η απόδοση του έργου στον Λουκά, τον ακόλουθο του Παύλου, βασίζεται πάλι σε μια εικασία, επειδή η ψευδώνυμη επιστολή Προς Τιμόθεον Β (4:11) τον σχετίζει με τον σύντροφο του Παύλου, υποτίθεται ενώ διέμενε στην Ρώμη.

Αντίστοιχα, ο Ehrman (Forged, σελ. 227) εξηγεί πως η αίσθηση του Ειρηναίου ότι ο Ιωάννης, ο γιος του Ζεβεδαίου, έγραψε το τέταρτο ευαγγέλιο, επίσης βασίστηκε σε μια εικασία:

Το τέταρτο ευαγγέλιο θεωρήθηκε πως ανήκε σε μια μυστηριώδη φιγούρα που αναφέρεται στο βιβλίο ως “ο αγαπημένος μαθητής” (Ιωαν 21:20-24), ο οποίος ήταν ένας από τους στενούς ακόλουθους του Ιησού. Οι τρεις στενότεροι ακόλουθοί του, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν οι Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης. Ο Πέτρος αναφέρεται ρητά στο τέταρτο ευαγγέλιο, άρα δεν θα μπορούσε να είναι ο αγαπημένος μαθητής, ο Ιάκωβος μαρτύρησε νωρίς και άρα δεν θα μπορούσε ούτε αυτός να είναι ο συγγραφέας. Αυτός που μένει είναι ο Ιωάννης, ο γιος του Ζεβεδαίου. Έτσι, ο Ειρηναίος του απέδωσε την συγγραφή του τέταρτου ευαγγελίου. [8]

Μερικές φορές οι απολογητές παραθέτουν το γράμμα του Ειρηναίου στον Φλωρίνο (Eυσεβ. Εκκλ. Ιστορ. 5.20) σαν απόδειξη ότι ο Ιωάννης ο μαθητής έγραψε το τέταρτο ευαγγέλιο. Αυτό το επιχείρημα όμως βασίζεται πάλι σε μια αυθαίρετη υπόθεση. Σ΄αυτό το γράμμα ο Ειρηναίος δηλώνει πως γνώριζε τον Πολύκαρπο από παιδί. Επίσης δηλώνει πως ο Πολύκαρπος ήταν ακόλουθος του Ιωάννη του μαθητή, και άρα το συμπέρασμα είναι πως αυτός έγραψε το ομώνυμο ευαγγέλιο. Ωστόσο, όπως έχει καταδείξει ο R. Alan Culpepper (John, the Son of Zebedee: The Life of a Legend, σελ 126) :

Σ’αυτή την επιστολή, ο Ειρηναίος υπενθυμίζει στον Φλωρίνο την κοινή τους εμπειρία όταν κάθονταν στα πόδια του Πολύκαρπου. Ο σκοπός του είναι να του θυμίσει πως δεν έμαθε τις γνωστικές του απόψεις από τον Πολύκαρπο… Απο την άλλη, ο Ειρηναίος δεν λέει πως ο Πολύκαρπος δίδασκε πως ο απόστολος Ιωάννης ήταν ο συγγραφέας του τέταρτου ευαγγελίου, των Επιστολών ή της Αποκάλυψης.”

Όπως βλέπουμε, η απόδοση της συγγραφής του ευαγγελίου στο συγκεκριμένο άτομο από τον Ειρηναίο προέρχεται κυρίως από εικασίες σχετικά την ταυτότητα ενός ανώνυμου χαρακτήρα μέσα στο κείμενο. (Για την υπόθεση πως ο “αγαπημένος μαθητής” είναι ο Λάζαρος, μια μάλλον φανταστική φιγούρα, δείτε το σχετικό επιχείρημα στην εργασία “Τα 48 επιχειρήματα”) [1]

Ο μελετητής Robert Kysar (The Anchor Bible Dictionary, v. 3, pp. 919-920) εξηγεί:

Η υπόθεση πως ο συγγραφέας είναι ο ίδιος με τον αγαπημένο μαθητή” παρουσιάζεται συχνά ως διαβεβαίωση πως ο Ευαγγελιστής ήταν μάρτυρας της ζωής του Ιησού. Δύο συγκεκριμένα χωρία δείχνουν σ’αυτή την κατεύθυνση, το 19:35 και το 21:24. Αλλά και οι δύο ενδείξεις παραπαίουν μετά από προσεκτική εξέταση. Το 19:35 δεν ισχυρίζεται πως ο συγγραφέας ήταν αυτόπτης μάρτυρας αλλά ότι η σκηνή που περιγράφει προέρχεται από μια τέτοια αναφορά. Το 21:24 είναι ένα ξεχωριστό παράρτημα (appendix) του ευαγγελίου και δεν θα πρεπε να θεωρείται ως προερχόμενο από το ίδιο χέρι που έγραψε το υπόλοιπο ευαγγέλιο. Κανένα απ’αυτά τα χωρία συνεπώς δεν πείθει τους μελετητές του “Ιωάννη” ως αναφορά αυτόπτη μάρτυρα.

 

Ετσι, έχουμε μια καθαρή εικόνα για το πως οι συγγραφείς των ευαγγελίων ταυτοποιήθηκαν από ψευδείς εικασίες του 2ου αιώνα: Ο Ματθαίος και ο Μάρκος βασίστηκαν στην προφορική παράδοση που (υποτίθεται) διέσωσε ο Παπίας, η οποία προέρχονταν από κάποιον “Ιωάννη Πρεσβύτερο“. Ο Λουκάς θεωρήθηκε συγγραφέας λόγω της αόριστης χρήσης του πρώτου πληθυντικού σε κάποια χωρία στις Πράξεις, και ο Ιωάννης βασίστηκε σε μια εικασία σχετικά με τον ανώνυμο “μαθητή που αγαπούσε ο Ιησούς“. Έτσι όχι μόνο οι εξωτερικές αποδείξεις είναι αδύναμες, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως όλες αποτελούν μεταγενέστερες και έωλες υποθέσεις.

Τέλος, θα αναφερθούμε στον περίφημο Ιουστίνο τον Μάρτυρα, του οποίου τα λόγια στον Διάλογο με τον Τρύφωνα (106.3) μερικές φορές παρατίθενται ως απόδειξη για το ότι ο Ιουστίνος πίστευε πως το ευαγγέλιο του Μάρκου προέρχονταν από τις αναμνήσεις του Πέτρου. Το απόσπασμα αναφέρεται στην αλλαγή του ονόματος του Πέτρου από το Σίμωνας στο Πέτρος, και του Ιακώβου και του Ιωάννη, των γιων του Ζεβεδαίου, στο όνομα “βοανεργείς”, δηλαδή γιοι της βροντής. Αυτό θα μπορούσε να αναφέρεται στον Μάρκο 3:16-17. Ο Ιουστίνος ωστόσο, δεν αναφέρεται ρητά στο ευαγγέλιο του Μάρκου αλλά συνήθως στα “εν τοις απομνημονεύμασι των αποστόλων αυτού“. Προσέξτε τώρα τις υπογραμισμένες λέξεις. Όταν ο Ιουστίνος χρησιμοποιεί αυτόν τον τίτλο, συνήθως αναφέρεται γενικά στα ευαγγέλια ως “αναμνήσεις των Αποστόλων” που είναι “του Ιησού” ή “σχετικά με τον Ιησού”. Αυτό δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε κάποιον συγγραφέα. Ωστόσο στο 106.3, ο Ιουστίνος έχει την φράση “εν τοις απομνημονεύμασιν αυτού“, κάτι που ενδεχομένως υποδεικνύει έναν συγκεκριμένο συγγραφέα ή πηγή για το κείμενο. Αυτό θα μπορούσε να αναφέρεται στις “Αναμνήσεις του Πέτρου“, κάτι που θα σήμαινε πως ο Ιουστίνος ήταν ίσως εξοικειωμένος με κάποια παράδοση σχετική με τον Πέτρο για το Κατά Μάρκον. Η δυσκολία εδώ όμως είναι πως ο Ιουστίνος δεν υποδεικνύει συγγραφείς ή πηγές κατ’αυτόν τον τρόπο.

Για την ακρίβεια, στο 106.1 ο Ιουστίνος αναφέρεται στα ευαγγέλια ως συλλογικό έργο χρησιμοποιώντας την φράση “εν τοις απομνημονεύμασι των αποστόλων ” και στο 106.4 ο Ιουστίνος έχει πάλι “εν τοις απομνημονεύμασι των αποστόλων αυτού“. Αυτό ίσως να υπονοεί κάποιο αντιγραφικό λάθος στο 106.3. Αν κάποιος αφαιρούσε την φράση “των αποστόλων“, αυτό που θα έμενε θα ήταν η φράση ”εν τοις απομνημονεύμασιν αυτού. Μια τέτοια αλλαγή θα γίνονταν εύκολα από έναν μετέπειτα αντιγραφέα ο οποίος ενδεχομένως ήταν εξοικειωμένος με μια Πέτρεια παράδοση και το είδε σαν αναφορά στο Κατά Μάρκον 3:16-17. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται ότι ο Ιουστίνος αρχικά αναφέρονταν στο κείμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν αρχικά έγραφε “εν τοις απομνημονεύμασι των αποστόλων αυτού“. Η διφορούμενη όμως φύση του κειμένου καθιστά αδύνατο το συμπέρασμα για ρητή αναφορά σε κάποιον συγγραφέα.

Στην Α΄Απολογία 66:3 του θα πει πως “Οι γάρ Απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ’ αυτών απομνημονεύμασιν, α καλείται Ευαγγέλια, ούτω παρέδωκαν“.

 

 

Την ίδια περίοδο, γύρω στα 140 μΚΕ, ο “αιρετικός” Μαρκίωνας θα κάνει την πρώτη απόπειρα για δημιουργία κανόνα ιερών βιβλίων ο οποίος θα αποτελείται από τον “ευαγγέλιον” και το “αποστολικόν”. Το “ευαγγέλιον” ήταν απλά μια δική του έκδοση του Κατά Λουκάν.

Αργότερα ο μαθητής του Ιουστίνου, Τατιανός (c. 170 μΚΕ), συνέταξε μια αρμονία των τεσσάρων ευαγγελίων που ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστορ. 4.29,6) ονομάζει “Το δια τεσσάρων”. Στα τέλη του 2ου αιώνα, ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου (Λυών), θα υπογραμμίσει την αυθεντία του “τετράμορφου ευαγγελίου” εξηγώντας την σημασία των τεσσάρων συμβόλων και του αριθμού των ευαγγελίων “Επεὶ γὰρ τέσσαρα κλίματα τοῦ Κόσμου ἐν ᾧ ἐσμὲν καὶ τέσσαρα καθολικὰ πνεύματα͵ κατέσπαρται δὲ ἡ ἐκκλησία ἐπὶ πάσης τῆς γῆς͵ στῦλος δὲ καὶ στήριγμα ἐκκλησίας τὸ εὐαγγέλιον καὶ Πνεῦμα ζωῆς”. Την ίδια εποχή ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς παραθέτει ως “γραφή” τα 4 ευαγγέλια, που τα διακρίνει απ’τα απόκρυφα. (Στρωματείς 3.13.93).

Σημαντική ανακάλυψη για την κατάσταση του Κανόνα στα τέλη του 2ου αιώνα είναι ένα χειρόγραφο που βρήκε το 1740 ο μοναχός Μουρατόρι στην Αμβροσιανή βιβλιοθήκη του Μιλάνου και που ονομάζεται κανόνας Μουρατόρι. Το κείμενο αυτό προέρχεται από το 200μΚΕ και απαριθμεί τα γνωστά τέσσερα ευαγγέλια. [9]

 

Παραπομπές-Υποσημειώσεις:

[1] Τα 48 επιχειρήματα των χριστιανών απολογητών για την ιστορικότητα του Ιησού http://mythikismos.gr/?p=2339

[2] Πράξεις των Αποστόλων: Γεγονότα ή ψευδοϊστορία; http://mythikismos.gr/?p=2498

[3] Clarence Mendell in “Tacitus: The Man And His Work” (σελ. 295-296)

[4] Ακόμα και χριστιανοί μελετητές όπως ο Raymond Brown (An Introduction to the New Testament, σελ. 210) θεωρούν ότι αυτή η δήλωση του Παπία για την αραμαϊκή έκδοση του Ματθαίου είναι προβληματική :

Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών…αποφαίνεται πως το ευαγγέλιο που γνωρίζουμε ως “κατά Ματθαίον” γράφτηκε αρχικά στα ελληνικά και δεν αποτελεί μετάφραση μια σημιτικής έκδοσης… Ετσι ο Παπίας έκανε λάθος όταν απέδωσε ένα εβραϊκό ευαγγέλιο στον Ματθαίο ή απλά είχε δίκιο αλλά η εβραϊκή/αραμαϊκή σύνθεση που περιέγραψε δεν ήταν η ελληνική που γνωρίζουμε από τον Κανόνα.

[5] Μερικές φορές η δήλωση του Παπία πως ο Μάρκος έγραφε “ου μεντοι ταξει”, ερμηνεύεται ως “σε μη χρονολογική σειρά”. Αυτή όμως είναι μια ακατάλληλη ερμηνεία. Ο Michael Kok ( The Gospel on the Margins, σελ. 188-189) εξηγεί:

Οι μελετητές διαφωνούν για το αν η λέξη “τάξις”αναφέρεται σε χρονολογική ή λογοτεχνική τακτοποίηση. Το πρόβλημα με την πρώτη ερμηνεία είναι πως οι αρχαίοι ιστορικοί σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν την λέξη “τάξις” για την χρονολογία, αλλά προτιμούσαν τις λέξεις “χρόνος” ή “καιρός”. Ο Παπίας μάλλον έχει κατά νου μια ρητορική τακτοποίηση. Η ρητορική έπαιζε πρωταρχικό ρόλο στην εκπαίδευση και η Ιεράπολη ήταν η πατρίδα του Στωϊκου Επίκτητου.

Για την προτεραιότητα του Μάρκου ως αρχαιότερου ευαγγελίου βλ. https://jesusmemoirs.wordpress.com/2016/03/17/markan-priority-or-posterity/

[6] Μια παρόμοια περίπτωση έχουμε στην ψευδεπίγραφη και απόκρυφη Επιστολή Βαρνάβα (80-120 μΚΕ) όπου παραθέτει τον Ματθαίο (22:14), επειδή λέει “ὡς γέγραπται “(4:14), και μετά αναφέρεται στη φράση “«πολλοὶ κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοὶ» , αλλά και αυτή η επιστολή δεν αποδίδει την φράση στον Ματθαίο. Ένα αξιοπρόσεκτο σημείο είναι πως η Επιστολή Βαρνάβα (4:3) αναφέρεται στο βιβλίο του Ενώχ λέγοντας “ὡς Ἐνὼχ λέγει“, δείχνοντας πως ο επιστολογράφος αναφέρεται σε συγγραφικούς τίτλους όταν έχει γνώση.

[7] Είναι πιθανόν ότι τα χωρία με το “εμείς” μπορεί να προέρχονται από μια λογοτεχνική πηγή που χρησιμοποιήθηκε από τον συγγραφέα των Πράξεων. Αυτή η θεωρία έχει προταθεί από τον Stanley Porter : “The ‘We’ Passages in Acts as a Source regarding Paul” (chapter 2 of The Paul of Acts). Αυτή η πηγή μπορεί να συγγράφτηκε από κάποιον ακόλουθο του Παύλου, ίσως και τον ίδιο τον Λουκά. Αυτό βέβαια δεν συνεπάγεται πως ο συγγραφέας του Λουκά-Πράξεις ήταν αυτόπτης μάρτυρας του Παύλου ή των γεγονότων στις Πράξεις, αλλά ότι εξάγει κάποιο υλικό που προέρχονταν από αυτόπτες μάρτυρες. Αν όμως κάποιος Λουκάς συνέγραψε τις αρχικές πηγές, τότε δικαιολογείται γιατί επιλέχτηκε το όνομα του ως ο τελικός συγγραφέας του κειμένου.

Επίσης αν ο Λουκάς ήταν ακόλουθος του Παύλου, τότε θα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των Πράξεων και των επιστολών του Παύλου. Ωστόσο οι μελετητές έχουν εντοπίσει κάποιες ασυμφωνίες:

Στις Πράξεις 9:26-28, ο Παύλος ταξιδεύει απ’την Δαμασκό στην Ιερουσαλήμ σε μερικές “μέρες” (Πρ.9:19; 9:23) μετά την μεταστροφή του στις Πράξεις 9:3-8, όπου ο Βαρνάβας τον συστήνει στους Αποστόλους. Ωστόσο στα δικά του γραπτά (Γαλάτες 1:16-19) λέει “εὐθέως οὐ προσανεθέμην σαρκὶ καὶ αἵματι” αμέσως μετά την μεταστροφή του (παρά την συνάντηση του με τον Ανανία και το κήρυγμα στις συναγωγές της Δαμασκού), και αντίθετα με τις Πράξεις, έφυγε για την Αραβία και δεν πήγε στην Ιερουσαλήμ παρά τρία χρόνια αργότερα.

Στις Πράξεις 16:1-3, ο Παύλος έχει έναν μαθητή ονόματι Τιμόθεο, από Έλληνα πατέρα, που του κάνει περιτομή “για να διευκολύνει την δράση του μεταξύ των Ιουδαίων της περιοχής“. Ωστόσο αυτό έρχεται σε αντίθεση με την δήλωση του Παύλου (Γαλάτες 2:7) ότι “Θεός μου έχει εμπιστευθή να κηρύττω το Ευαγγέλιον στους απεριτμήτους“. Παρομοίως στους Γαλάτες 2:1-3, ο Παύλος φέρνει έναν άλλο εθνικό μαθητή, τον Τίτο, στην ιουδαϊκή κοινότητα στην Ιερουσαλήμ, αλλά δεν τον υποχρέωσαν να περιτμηθεί. Επίσης στην Α Προς Κορινθίους 7:20, ο Παύλος λέει σχετικά με την περιτομή: “Καθένας ας μένη εις την κατάστασίν που ευρέθη, όταν εκλήθη από τον Θεόν εις την πίστιν.”

Στους Γαλάτες 2:6, ο Παύλος δηλώνει ευθέως ότι είναι ισότιμος με τους άλλους αποστόλους λέγοντας “τι δηλαδή εφρονούσαν άλλοτε…δεν με ενδιαφέρει διόλου. Ο Θεός δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του πρόσωπον ανθρώπου και δεν μεροληπτεί. Δι’ αυτό άλλωστε και οι επίσημοι μεταξύ των Αποστόλων δεν προσέθεσαν εις εμέ τίποτε περισσότερον από όσα εξ αποκαλύψεως Χριστού εγνώριζα και εκήρυττα“. Ωστόσο στις Πράξεις 13:31, ο Παύλος αποδίδει μεγαλύτερο κύρος σ’αυτούς που ήταν “μάρτυρες” στον Ιησού. Παρομοίως οι Πράξεις 1:21 περιορίζουν την ιδιότητα του “αποστόλου” σ’αυτούς που ήταν μάρτυρες κατά την διάρκεια της ζωής του Ιησού, παρά την επιμονή του Παύλου στις επιστολές του ότι ήταν ο ίδιος ένας απόστολος (Α Κορ. 9:1-2).

[8] Επιπλέον, ενώ η παράδοση της εκκλησίας θέλει τον γιο του Ζεβεδαίου να έχει πεθάνει σε μεγάλη ηλικία, υπάρχει κάποιο σώμα αρχαίων αποδείξεων πως πέθανε πολύ νωρίτερα, παράλληλα με την εκτέλεση του αδερφού του στις Πράξεις 12.2. Αυτό το σώμα των αποδείξεων έχει αναδειχθεί από τον μελετητή F.P. Badham στο “The Martyrdom of John the Apostle.” Ο συντηρητικός μελετητής της ΚΔ Ben Witherington (“Was Lazarus the Beloved Disciple?”) εξηγεί:

Το τεμάχιο του Παπία 10.17 έχει υποβληθεί σε λεπτομερή ανάλυση από τον M. Oberweis (NovT 38 1996), και ο Oberweis εξήγαγε το συμπέρασμα πως ο Παπίας ισχυρίστηκε πως ο Ιωάννης ο γιος του Ζεβεδαίου πέθανε νωρίς όπως ο αδερφός του στις Πράξεις 12.2. Αυτό στέκεται απέναντι στην θεωρία πως ο Ιωάννης της Πάτμου ήταν ο Ιωάννης ο Ζεβεδαίος όπως και στην θεωρία ότι αργότερα έγραψε το τέταρτο ευαγγέλιο.

http://benwitherington.blogspot.com/2007/01/was-lazarus-beloved-disciple.html

‘Αλλα πρόσωπα που έχουν προταθεί ως συγγραφείς του 4ου ευαγγελίου είναι ο Ιωάννης ο Πρεσβύτερος, ο Ιωάννης Μάρκος και ο Θωμάς( απο μελετητές όπως ο Martin Hengel και Richard Bauckham). Η αίρεση των Αλόγων στον 2ο αιώνα το απέδιδε στον Κήρινθο. Ωστόσο, ακόμα και ο Χριστιανός μελετητής Raymond Brown (An Introduction to the New Testament, σελ. 368-369) παραδέχεται:

Οπως και με τα άλλα ευαγγέλια, αμφισβητείται απ’τους περισσότερους μελετητές ότι αυτό το ευαγγέλιο γράφτηκε απο κάποιον αυτόπτη μάρτυρα της δημόσιας ζωής του Ιησού”

[9] Ιωάννου Καραβιδόπουλου “Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη”, σελ 92-93, Πουρνάρας.

 

Share This Post On

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nine + 9 =