Τα αποδεικτικά στοιχεία για τον Ιησού είναι πιο αδύναμα από ό,τι μπορείς να σκεφτείς

mythikismos

Οι περισσότεροι άνθρωποι θα μείνουν έκπληκτοι όταν μάθουν πόσα λίγα πράγματα γνωρίζουμε για τον Ιησού

Πριν από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, ουσιαστικά όλοι οι ειδικοί της Καινής Διαθήκης υπέθεταν ότι οι ιστορίες για τον Ιησού που τους παραδόθηκαν, καταγράφηκαν για πρώτη φορά από μάρτυρες και ήταν σε μεγάλο βαθμό βιογραφικές. Αυτό δεν συμβαίνει πλέον.

 

Μετάφραση και εμπλουτισμός του κειμένου με χρήσιμους συνδέσμους, Δαμιανός Λαμπιδονίτης.

 

Αν υποθέσουμε ότι οι ιστορίες του Ιησού είχαν τις απαρχές τους σε ένα και μόνο άτομο και όχι σε πολλά – ή ακόμα στη μυθολογία – είναι μάλλον ένας περιπλανώμενος εβραϊκός δάσκαλος στην υπό ρωμαϊκή κατοχή Ιουδαία που πρόσβαλε τις αρχές και εκτελέστηκε. Πέραν από αυτό, οποιαδήποτε γνώση σχετικά με το πρόσωπο στο επίκεντρο της χριστιανικής θρησκείας είναι εξαιρετικά ανοικτή για συζήτηση (και συζητείται έντονα μεταξύ των σχετικών μελετητών).

Πού γεννήθηκε ο Ιησούς; Είχε πραγματικά δώδεκα μαθητές; Ξέρουμε με βεβαιότητα οτιδήποτε από αυτά που είπε ή έκανε; Καθώς βελτιώνεται η επιστήμη της αρχαιολογίας, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η προέλευση του χριστιανισμού είναι αμφιλεγόμενη, περίπλοκη και όχι πολύ συνεκτική.

1. Όσα περισσότερα γνωρίζουμε, τόσο λιγότερα ξέρουμε με βεβαιότητα.

Μετά από αιώνες κατά τους οποίους οι ιστορίες των ευαγγελίων για τον Ιησού εκλήφθηκαν ως αλήθεια, ο Διαφωτισμός γέννησε μια νέα φουρνιά βιβλικών ιστορικών. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει ότι ο Thomas Jefferson περίκοψε κρυφά τη Βίβλο, διατηρώντας μόνο τα μέρη που θεωρούνταν ιστορικά.

Η έκδοση της Καινής Διαθήκης του είναι ακόμα διαθέσιμη σήμερα. Το ψαλίδισμα του Jefferson ήταν μια ακατέργαστη προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που αναγνωρίστηκε από πολλούς μορφωμένους άνδρες της εποχής του: είχε καταστεί σαφές ότι οποιαδήποτε ιστορία περιλαμβανόταν στη Βίβλο θα μπορούσε να είχε αλλοιωθεί από τον μύθο. (Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η απόρριψη από πλευράς της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης των κειμένων της Βίβλου που ονόμαζαν «απόκρυφα» ήταν μια προγενέστερη και ακόμα πιο ακατέργαστη προσπάθεια καθαρισμού του Καλού Βιβλίου από την προφανή μυθολογία).

Κατά τους δύο αιώνες που πέρασαν από τότε που ο Τζέφερσον άρχισε να κόβει, πολλά ιστορικά Βιβλικά βιβλία – συμπεριλαμβανομένων αυτών από σύγχρονους μελετητές που χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία της αρχαιολογίας, της ανθρωπολογίας και της γλωσσολογίας – προσπάθησαν επανειλημμένα να εντοπίσουν τον «ιστορικό Ιησού» και απέτυχαν.

Όσο περισσότεροι μελετητές ερευνούν τις ρίζες του χριστιανισμού, τόσο πιο συγκεχυμένες και αβέβαιες γίνονται οι γνώσεις μας. Επί του παρόντος, έχουμε μια πληθώρα αντιφατικών εκδοχών του Ιησού – από ένα πλανόδιο ιεροκήρυκα, ένα ζηλωτή, ένα αποκαλυπτικό προφήτη, ένα Εσσαίο αιρετικό, ένα που συμπαθούσε τη Ρώμη και πολλά άλλα – κάθε μια από διαφορετικό λόγιο που υποστηρίζει με βεβαιότητα ότι η δική του εξήγηση είναι η μόνη πραγματική.

Αντί λοιπόν για μια συγκλίνουσα άποψη για τον πρώιμο χριστιανισμό και τον ιδρυτή του, αντιμετωπίζουμε μια κακοφωνία αντικρουόμενων απόψεων. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες δεν μπορούν να πουν τη φράση, «δεν γνωρίζουμε».

Αυτή η ακαδημαϊκή ακαταστασία ήταν ένα ανοιχτό μυστικό στους κύκλους της βιβλικής ιστορικής έρευνας εδώ και δεκαετίες. Πάνω από σαράντα χρόνια πριν, Καθηγητές όπως ο Robin S. Barbour και η Morna Hooker του Cambridge, διαμαρτύρονταν για τις αφελείς υποθέσεις στις οποίες βασίζονταν τα κριτήρια που χρησιμοποιούσαν οι μελετητές της Βίβλου, προκειμένου να μετρήσουν τα «αυθεντικά» στοιχεία των ιστοριών του Ιησού. Σήμερα ακόμη και οι χριστιανοί ιστορικοί διαμαρτύρονται, λέγοντας ότι η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Πιο πρόσφατα οι Anthony Le Donne και Chris Keith, στο βιβλίο που εξέδωσαν το 2012 με τίτλο: Ο Ιησούς, τα κριτήρια και ο θάνατος της αυθεντικότητας (Jesus, criteria, and the demise of authenticity), αυτό κάνουν.

2. Τα Ευαγγέλια δεν γράφτηκαν από αυτόπτες μάρτυρες.

Κάθε κομμάτι της φαινομενικά βιογραφικής πληροφόρησής μας για τον Ιησού προέρχεται από τέσσερα μόνο κείμενα – τα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη. Αν και οι περισσότεροι χριστιανοί υποθέτουν ότι οι συνεργάτες του Ιησού έγραψαν αυτά τα κείμενα, κανείς αντικειμενικός βιβλικός λόγιος δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Κανένα από τα τέσσερα ευαγγέλια δεν ισχυρίζεται ότι είναι γραμμένο από αυτόπτες μάρτυρες και όλα ήταν αρχικά ανώνυμα. Μόνο αργότερα αποδόθηκαν σε άνδρες που αναφέρονται στις ιστορίες τους.

Ενώ τα τέσσερα ευαγγέλια παραδοσιακά θεωρούνταν τέσσερις ανεξάρτητες καταγραφές, η ανάλυση των κειμένων δείχνει ότι όλα είναι στην πραγματικότητα προσαρμογές του πρώτου ευαγγελίου, του Κατά Μάρκον. Το κάθε ένα έτυχε επεξεργασίας και επέκτασης κατ’ επανάληψη από άγνωστους συντάκτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μάρκος παρουσιάζει τον πιο σφαλερό, ανθρώπινο και λιγότερο εντυπωσιακό Ιησού – και, το πιο σημαντικό, αυτό μπορεί να είναι αλληγορία.

Όλα τα ευαγγέλια περιέχουν αναχρονισμούς και λάθη που δείχνουν ότι γράφτηκαν πολύ μετά τα γεγονότα που περιγράφουν και πιθανότατα πολύ μακριά από την τοποθεσία των ιστοριών τους. Ακόμα πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι δεν έχουν μόνο ήσσονος σημασίας αντιθέσεις, έχουν βασικές, ακόμη και ζωτικής σημασίας αντιφάσεις.

3. Τα Ευαγγέλια δεν επιβεβαιώνονται από εξωτερικούς ιστορικούς.

Παρά τις γενιές απολογητών που επιμένουν ότι ο Ιησούς αναφέρεται σε πολλές ιστορικές πηγές, όπως οι Τάκιτος και Σουητώνιος, κανένας από αυτούς δεν προβιβάζεται μετά από μια ενδελεχή επιθεώρηση. Η πηγή που αναφέρεται πιο συχνά από τους απολογητές είναι το Testimonium Flavianum, συγκεκριμένα ένα αμφισβητούμενο απόσπασμα στα γραπτά του αρχαίου ιστορικού Flavius Josephus, που γράφτηκε γύρω στα 93/94, γενιές μετά την υποτιθέμενη εποχή του Ιησού. Σήμερα η πλειοψηφία των ιστορικών αναγνωρίζει ότι αυτό το περίεργο απόσπασμα για τον Ιησού είναι πλαστογραφία. (Για 500 ολόκληρα χρόνια κανένας άλλος ιστορικός δεν αναφέρεται σε αυτό, εκτός από τον υποτιθέμενο πλαστογράφο!) Εκτός εξαιρέσεων, οι υπερασπιστές του χριστιανισμού δεν θέλουν να το εγκαταλείψουν και οι υποστηρικτές τους λένε τώρα ότι είναι μόνο μερικώς πλαστογραφημένο.

Είτε έτσι, είτε αλλιώς, όπως επισημαίνει ο ερευνητής της Καινής Διαθήκης Bart Ehrman, το Testimonium Flavanium επαναλαμβάνει απλώς τις κοινές χριστιανικές πεποιθήσεις στο τέλος του πρώτου αιώνα και αν ακόμα αυτές ήταν 100% γνήσιες, δεν δίνουν στοιχεία από που προέκυψαν. Το ίδιο ισχύει και για άλλες κοσμικές αναφορές στον Ιησού – σίγουρα βεβαιώνουν την ύπαρξη των χριστιανών και αναπαριστούν χριστιανικές πεποιθήσεις της εποχής, αλλά δεν προσφέρουν ανεξάρτητες καταγραφές ενός ιστορικού Ιησού.

Συνοπτικά, ενώ οι καθιερωμένες ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, υποστηρίζονται από πολλαπλές γραμμές αποδείξεων, στην περίπτωση του Ιησού έχουμε μόνο μία σειρά αποδεικτικών στοιχείων: τα συγγράμματα των πιστών που εμπλέκονται στην εξάπλωση της νέας θρησκείας.

4. Οι παλαιοχριστιανικές γραφές δεν ήταν ίδιες με τις δικές μας.

Την εποχή που εμφανίστηκε ο χριστιανισμός, τα ευαγγέλια ήταν ένα κοινό θρησκευτικό λογοτεχνικό είδος, καθένα από τα οποία προώθησε διαφορετική εκδοχή ή σύνολο εκδοχών ιερών ιστοριών. Για παράδειγμα, καθώς οι θρύλοι για τον Ιησού ξεπηδούσαν, άρχισαν να εμφανίζονται «ευαγγέλια νηπιακής ηλικίας». Σύμφωνα με τον ιστορικό Robert M. Price, όπως τα κόμικς του Superman στράφηκαν στις ιστορίες του νεαρού Superboy στο Smallville, οι χριστιανοί έγραψαν ιστορίες για τον νεαρό Ιησού στη Ναζαρέτ που χρησιμοποιούσε τις θεϊκές δυνάμεις του για να δώσει ζωή σε πουλιά από πηλό ή να χτυπήσει επιπόλαια τους φίλους του, ρίχνοντάς τους κάτω νεκρούς.

Οι πρώτοι χριστιανοί δεν συμφωνούσαν στο ποια κείμενα ήταν ιερά και εκείνα που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη επιλέχθηκαν για να ανυψώσουν μια ανταγωνιστική μορφή του χριστιανισμού, εκείνη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας έναντι των άλλων. (Σημειώστε ότι η Ρωμαϊκή Εκκλησία αποκαλέστηκε «καθολική», που σημαίνει παγκόσμια, ενώ μετά το σχίσμα του 1054 η Ανατολική Ρωμαϊκή Εκκλησία ονομάστηκε «ορθόδοξη», που σημαίνει σωστή δόξα/δοξασία).

Οι δύο πιο παλιές ολοκληρωμένες συλλογές της Καινής Διαθήκης, ο Codex Siniaticus και ο Codex Vaticanus, πάνε πίσω μόνο στις αρχές του τέταρτου αιώνα. Ακόμα χειρότερα τα βιβλία διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, όσο και από τις Βίβλους μας. Έχουμε βιβλία που δεν έχουν. Έχουν βιβλία που δεν έχουμε, όπως ο Ποιμήν του Ερμάκαι το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα.

Εκτός από τα ευαγγέλια, η Καινή Διαθήκη περιλαμβάνει ένα άλλο θρησκευτικό λογοτεχνικό είδος – την επιστολή ή το γράμμα. Ορισμένες από τις γνωστές επιστολές της Καινής Διαθήκης, όπως οι Πέτρου Α’ και Β’ και η Ιούδα, απορρίπτονται ως πλαστογραφίες, ακόμα και στην αρχαία τους έκδοση. Οι σημερινοί επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι σχεδόν όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι πλαστογραφημένα, εκτός από τις έξι επιστολές που αποδίδονται στον Παύλο, ενώ ακόμα και σε αυτή την περίπτωση τα αυθεντικά κείμενά τους έχουν ξαναγραφτεί.

5. Οι χριστιανοί μάρτυρες δεν είναι απόδειξη (ακόμα και αν ήταν πραγματικοί).

Γενιές χριστιανών απολογητών έχουν υποδείξει την ύπαρξη χριστιανών μαρτύρων ως απόδειξη της αλήθειας της θρησκείας τους, θέτοντας το εξής ερώτημα: «ποιος θα πέθαινε για ένα ψέμα;». Η σύντομη απάντηση φυσικά είναι ότι πάρα πολλοί αληθινοί πιστοί έχουν πεθάνει στην υπηρεσία ψεμάτων που παθιασμένα πιστεύουν ως αληθινά – και όχι μόνο χριστιανοί. Η προφανής ύπαρξη μουσουλμάνων τζιχαντιστών έχει κάνει αυτό το επιχείρημα λιγότερο κοινό τα τελευταία χρόνια.

Αλλά ποιος λέει ότι οι χριστιανικές ιστορίες των ευρέως διαδεδομένων μαρτύρων ήταν πραγματικές; Στις Πράξεις Αποστόλων καταγράφονται μόνο δύο μαρτυρίες και οι κοσμικοί μελετητές αμφιβάλλουν ότι περιέχουν πραγματική ιστορία. Οι υπόλοιπες ιστορίες των χριστιανών μαρτύρων εμφανίστηκαν αιώνες αργότερα. Το βιβλίο της ιστορικού Candida Moss (2014), με τίτλο: Ο μύθος της δίωξης (The myth of persecution), αποτελεί μια αποκαλυπτική ματιά στο πως οι πρώτοι χριστιανοί πατέρες κατασκευάζουν ουσιαστικά ολόκληρη την παράδοση του χριστιανού μάρτυρα – ένα γεγονός που, κατά τραγική ειρωνεία, αποκάλυψαν σε μεγάλο βαθμό σύγχρονοι χριστιανοί μελετητές.

6. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγηθεί η ύπαρξη του χριστιανισμού;

Οι περισσότεροι άνθρωποι, χριστιανοί και άλλοι, δυσκολεύονται να φανταστούν πως θα μπορούσε να έχει προκύψει ο χριστιανισμός, αν οι ιστορίες στη Βίβλο δεν είναι αληθινές. Πέραν από κάθε αμφιβολία, ο χριστιανισμός δεν θα μπορούσε να είχε προκύψει εάν οι άνθρωποι του πρώτου αιώνα δεν πίστευαν ότι είναι αλήθεια. Όμως οι ιστορίες τους είναι αληθινές;

Ο ακαδημαϊκός της Καινής Διαθήκης με τις μεγαλύτερες πωλήσεις Bart Ehrman πιστεύει ότι οι βιβλικές ιστορίες για τον Ιησού είχαν στον πυρήνα τους το πρόσωπο ενός μοναδικού περιπλανώμενου ιεροκήρυκα, όπως πιστεύουν και οι περισσότεροι λόγιοι της Καινής Διαθήκης. Ο ιστορικός Richard Carrier και ο David Fitzgerald, όμως, παίρνουν μια αντίθετη θέση – υποστηρίζουν ότι ο αρχικός πυρήνας ήταν ένα σύνολο αρχαίων μυθικών τροπών, στις οποίες ανυποψίαστοι πιστοί πρόσθεσαν ιστορικές λεπτομέρειες. Ο Ehrman και ο Carrier μπορεί να βρίσκονται σε αντίθετες πλευρές αυτής της συζήτησης, αλλά και οι δύο συμφωνούν σε ένα σημαντικό γεγονός: το μόνο που χρειάζεται για να εξηγηθεί η άνοδος του χριστιανισμού είναι η πίστη που προώθησαν οι αντίπαλοι χριστιανοί ιεροκήρυκες του πρώτου αιώνα.

Η μαγεία, ο μεγαλοπόδαρος, η ιδέα ότι ένας Αμερικανός Πρόεδρος γεννήθηκε στην Κένυα, χρυσές πλάκες που αποκαλύφθηκαν σε έναν γυρολόγο του 19ου αιώνα από τον Άγγελο Μορμόνο… όλοι γνωρίζουμε ότι οι ψευδείς ιδέες μπορεί να είναι κολλητικές – ότι μπορούν να εξαπλωθούν από άτομο σε άτομο, να διευρυνθούν ή διογκωθούν στην πορεία τους, μέχρι να καταστούν σχεδόν αδύνατο να εξαλειφθούν. Οι απαρχές του χριστιανισμού μπορεί να περιβάλλονται από μυστήριο, αλλά η ιογενής εξάπλωση των παθιασμένων ψευδών ιδεών, γίνεται όλο και πιο κατανοητή με την πάροδο των χρόνων. Η νευροεπιστήμη άλλωστε έχει αποδείξει ότι τα μυαλά μας είναι ικανά να μας πείσουν για πράγματα που δεν είναι αληθινά.

Αφήνοντας ανοιχτές επιλογές

Ο Philip Davies του Πανεπιστημίου του Sheffield, ο οποίος πιστεύει ότι ο χριστιανισμός πιθανότατα ξεκίνησε με ένα μόνο Ιησού, αναγνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι εύθραυστα και προβληματικά. Ο Davies υποστηρίζει ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο το πεδίο των μελετών της Καινής Διαθήκης μπορεί να αποκτήσει οποιαδήποτε ακαδημαϊκή αξιοπρέπεια, είναι η αναγνώριση της πιθανότητας ότι ο Ιησούς δεν υπήρχε. Σημειώνει περαιτέρω ότι αυτό δεν θα δημιουργούσε διαμάχη στους περισσότερους τομείς της αρχαίας ιστορίας, αλλά θα καταδείκνυε ότι οι μελέτες της Καινής Διαθήκης δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση.

Ο Kurt Noll του Πανεπιστημίου Brandon πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω, υποστηρίζοντας ότι το ερώτημα δεν έχει σημασία: Το αν ο αρχικός Ιησούς ήταν πραγματικός ή μυθολογικός δεν έχει σχέση με τη θρησκεία που ιδρύθηκε στο όνομά του, λέει. Αυτό συμβαίνει επειδή ο Χριστός βρίσκεται στο επίκεντρο του χριστιανισμού ως μια φιγούρα που υφάνθηκε από το ύφασμα της μυθολογίας. Οι ιστορίες που φέρουν το όνομά του αντλούν στοιχεία από αρχαία πρότυπα που είναι ενσωματωμένα στην εβραϊκή θρησκεία και τις θρησκείες της γύρω περιοχής.

Εκατοντάδες ιστορίες σχετίζονται με θρησκευτικούς προφήτες ή μεσσιανικές φιγούρες ανά τους αιώνες πριν τον Ιησού. Από αυτές δύο ξεχωρίζουν για τις εντυπωσιακές ομοιότητες με τον Ναζωραίο: οι ιστορίες των θεών Ώρου και Μίθρα.

– Ο Ώρος είναι ο αιγυπτιακός θεός του ουρανού και της βασιλείας, που γεννήθηκε από παρθένα, βαφτίστηκε στην ηλικία των 30 ετών και είχε 12 μαθητές. Επίσης, σταυρώθηκε και αναστήθηκε.

– Ο Μίθρας, ο θεός του ουράνιου φωτός και της σοφίας, ήταν ο κεντρικός θεός του μιθραϊσμού, εξελληνισμένη ζωροαστρική εκδοχή των μεσογειακών Μυστηρίων που εξαπλώθηκε σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Επίσης γεννήθηκε από παρθένα, γιορταζόταν στις 25 Δεκεμβρίου, σημάδευε τους οπαδούς του στο μέτωπο, συνδέθηκε με το λιοντάρι και το αρνί, θυσίασε τον εαυτό του και είχε μια ιερή ημέρα, την Κυριακή. Παρουσιάζεται επίσης ως «ο αγαθοεργός», «ο Σωτήρας» και το πνεύμα του καλού.

Η ιστορία του Ιησού όπως την γνωρίζουν οι περισσότεροι σήμερα, δημιουργήθηκε από τις ιστορίες προηγούμενων μεσσιανικών μορφών της ανατολής.

Τέτοιες ιστορίες, συνεχίζει ο Noll, διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα σε ένα πολιτιστικό πλαίσιο γεμάτο μαγικά όντα και θαύματα. Οι δαίμονες προκαλούσαν επιληψία. Οι προσφορές στον θεό έφερναν βροχή. Οι ιατρικές θεραπείες περιελάμβαναν μανδραγόρα και αίμα περιστεριού. Άγγελοι και φαντάσματα εμφανίζονταν στα όνειρα των ανθρώπων. Οι θεοί και τα άλλα υπερφυσικά όντα αφθονούσαν και πολύ συχνά περνούν από τον κόσμο τους στον δικό μας.

Εν μέσω όλων αυτών, ποιος ήταν ο Ιησούς; Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ.

 

Αρχική πηγή: Evidence about Jesus is weaker than you might think

Share This Post On

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

sixteen − six =