Candida Moss: Σχεδόν ό,τι ξέρουμε για τα πρώιμα ευαγγέλια είναι λάθος

candida


Της 
Candida Moss, καθηγήτριας της Καινής Διαθήκης και του πρώιμου χριστιανισμού στο πανεπιστήμιο του Birmingham / Μετάφραση για τους Έλληνες Μυθικιστές, Τάσος Καρανίκας

 

Στα 1889, κατά την διάρκεια ανασκαφών στην πόλη Κόπτος της Αιγύπτου, οι αρχαιολόγοι ισχυρίστηκαν ότι πραγματοποίησαν μια εκπληκτική ανακάλυψη. Καθώς ερχόταν στο φως ένα σπίτι της ρωμαϊκής περιόδου, οι επιστήμονες πρόσεξαν πως ένας από τους τοίχους του ήταν κούφιος. Εντός του ανακάλυψαν έναν πάπυρο που είχε διαφυλαχθεί προσεκτικά για εκατοντάδες χρόνια. Το βιβλίο περιείχε τα γραπτά του ελληνόφωνου Εβραίου φιλοσόφου Φίλωνα της Αλεξάνδρειας. Το πιο εκπληκτικό ήταν ότι φύλλα του ευαγγελίου του Λουκά είχαν χρησιμοποιηθεί για να γεμίσουν το δερμάτινο εξώφυλλο του βιβλίου.

Οι μελετητές που εξέτασαν το κείμενο συμπέραναν πώς τα γραπτά του Φίλωνα προέρχονταν από τον τρίτο αιώνα. Τα φύλλα του Λουκά, σύμφωνα με τον γνωστό παπυρολόγο του 20ου αιώνα, Colin Roberts, θα πρέπει να είχαν αντιγραφεί νωρίτερα από το έργο του Φίλωνα. Επειδή το βιβλίο είχε καταχωνιαστεί σε κάποια εσοχή του σπιτιού, ο Roberts επιχειρηματολόγησε πώς το βιβλίο θα πρέπει να τοποθετήθηκε εκεί είτε κατά την καταστροφή της πόλης από τον Διοκλητιανό στα 292 μ.α.χ.χ (μετά την απαρχή της χριστιανικής χρονολόγησης), είτε κατά τους Διοκλητιάνειους διωγμούς των χριστιανών μεταξύ 303-305 μ.α.χ.χ. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο επιβίωσε.

 

“Aυτό που ανακαλύψαμε τείνει να ανατρέψει όλα όσα ξέρουμε για την ιστορία της Καινής Διαθήκης”

 

Κατά την εξέταση ορισμένων χειρογράφων στο Magdalene College στην Οξφόρδη, ο Roberts έκανε μια άλλη εξίσου σημαντική ανακάλυψη. Πιο συγκεκριμένα διέκρινε και άλλα τεμάχια παπύρου. Αυτή τη φορά από το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Ο Roberts τα ταυτοποίησε ως προερχόμενα από τον ίδιο κώδικα (codex= ακαδημαϊκός όρος για τα αρχαία βιβλία με σελίδες), όπως τα φύλλα του Λουκά απο την Κόπτο. Δεν ήταν ασυνήθιστο στον αρχαίο κόσμο βιβλία να χωρίζονται σε κομμάτια και να διασπείρονται. Σύντομα και άλλοι μελετητές μπήκαν στη συζήτηση. Μερικά τεμάχια του “Ματθαίου” που βρέθηκαν στην Βαρκελώνη χρονολογήθηκαν και αποδόθηκαν στον ίδιο συγγραφέα, αλλά τώρα χρονολογούνται νωρίτερα, κάπου στον 2ο αιώνα. O Roberts υποστήριξε πως ήταν η απόδειξη για ένα βιβλίο που περιείχε τουλάχιστον δύο ευαγγέλια (Ματθαίου και Λουκά) και θα πρέπει να γράφτηκε λίγο πριν γραφτεί το μέρος του βιβλίου που καταχωνιάστηκε κατά τον Διοκλητιάνειο διωγμό.

Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1994, οι Times του Λονδίνου παρουσίασαν στο πρωτοσέλιδό τους μιας ιστορία σχετικά με την ανακάλυψη ενός χειρογράφου. Το άρθρο είχε τίτλο: “Ο Πάπυρος της Οξφόρδης: Ένα αρχείο αυτόπτη μάρτυρα για την ζωή του Ιησού”. Το κείμενο βασίστηκε στις μελέτες ενός Χριστιανού Γερμανού μελετητή, του Carsten Thiede, ο οποίος πίστευε πως τα τεμάχια από την Οξφόρδη και την Βαρκελώνη προέρχονταν από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα. Παρά τις αντιρρήσεις άλλων συναδέλφων του, η ιστορία έλαβε έκταση: o Thiede εξέδωσε ένα βιβλίο που προβλήθηκε στους New York Times και σε άλλα γνωστά ΜΜΕ.

Την ίδια περίοδο, περισσότεροι σεβαστοί -και λιγότερο αμφιλεγόμενοι- μελετητές, υποστήριξαν πώς το βιβλίο ήταν ουσιαστικά μια συλλογή του 2ου αιώνα με όλα τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια. Αν είχαμε ολόκληρο το αντίγραφο, τότε θα μιλούσαμε για την πιο αρχαία συλλογή των ευαγγελίων και το πιο σημαντικό χειρόγραφο στην ιστορία των βιβλικών μελετών. Αν και σε λειψή κατάσταση, πολλοί το είδαν (και συνεχίζουν να βλέπουν) σαν μια απόδειξη πως ήδη από τις αρχές του 2ου αιώνα, μερικοί πρώιμοι χριστιανοί είχαν μια συλλογή των κανονικών ευαγγελίων που χρησιμοποιούσαν για τη λατρεία τους.

Η ιστορία, ωστόσο, βασίστηκε σε μερικά εντελώς μη επιβεβαιωμένα “γεγονότα”.

 

Τα νέα δεδομένα

Η ιστορία του χειρογράφου ξαναγράφτηκε και αποδομήθηκε στην πρόσφατη εργασία God’s Library (Yale, 2018), ένα tour de force από τον Brent Nongbri, αναγνωρισμένο ειδικό στα πρώιμα χριστιανικά χειρόγραφα. Στο βιβλίο του ο Nongbri πηγαίνει πίσω, στην αρχή του όλου ζητήματος. Αναρωτιέται, σε πολλές περιπτώσεις για πρώτη φορά, τι γνωρίζουμε πραγματικά για τα αρχαιότερα χειρόγραφα σχετικά με την ζωή του Ιησού και τις χριστιανικές πρακτικές. Πράγματι βρέθηκαν αυτά τα κείμενα εκεί που ειπώθηκε πως βρέθηκαν; Άραγε έχουν χρονολογηθεί με τον σωστό τρόπο;

Στην περίπτωση του κώδικα του Φίλωνα από την Κόπτο, που περιέχει τα τεμάχια απ’τον Λουκά, το βιβλίο αποκτήθηκε για πρώτη φορά από τον Jean-Vincent Scheil, έναν μελετητή της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στην Αίγυπτο. O Scheil δήλωσε στην έκδοση του 1893 πως οι σελίδες από το Ευαγγέλιο του Λουκά ήταν στην πραγματικότητα μερικές σκόρπιες σελίδες μεταξύ των σελίδων 88-89 του κώδικα. Δεν ήταν καν ενσωματωμένες στο περίβλημα του βιβλίου. Οπως λέει ο Νοngbri, “κάποιος απλά τις τοποθέτησε μέσα στο βιβλίο για προστασία”. ‘Ολοι θα το κάναμε αυτό.

Μπορεί να φαίνεται ασήμαντο, αλλά η χρονολόγηση των σελίδων του Ευαγγελίου βασίστηκε στην ιδέα ότι χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του δερμάτινου εξώφυλλου του βιβλίου του Φίλωνα. Τότε τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο περίεργα. Ψάχνοντας στην αλληλογραφία του Scheil, ο Nongbri διαπίστωσε πως βασικά ο πρώτος δεν είχε ανακαλύψει το βιβλίο. Το είχε αγοράσει στο Λούξορ το 1891! Η ιστορία του βιβλίου έγινε γνωστή από έναν πωλητή βιβλίων που του το πούλησε. Τα τεμάχια που είχε ταυτοποιήσει ο Roberts στην Οξφόρδη είχαν επίσης αγοραστεί από το Λούξορ.

“Τίποτα απ’αυτά δεν είναι καλά νέα για αυτούς που, για θρησκευτικούς λόγους, θέλουν να χρησιμοποιούν τα πρώιμα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης σαν απόδειξη της ακρίβειας των Γραφών…”

‘Ολα αυτά σημαίνουν πώς κανένας δεν γνωρίζει πραγματικά από που προήλθαν όλα αυτά τα τεμάχια παπύρου. Λόγω της σημασίας που έχουν τα “χρονικά των ανακαλύψεων” για τους μελετητές, οι πωλητές βιβλίων συχνά επινοούν διάφορες ιστορίες για την προέλευσή τους. Όταν εξετάζεις την ιστορία πολλών σημαντικών αρχαίων χειρογράφων, διαπιστώνεις πώς στην πραγματικότητα ανακαλύφθηκαν αρκετά αργότερα από την επίσημη χρονολογία ή απλά οι ιστορίες γι’αυτά προέρχονται από δεύτερο ή τρίτο χέρι.

Η πρώτη φορά που κάποιος μελετητής ακουμπούσε αυτά τα χειρόγραφα, ήταν συχνά από εμπόρους αρχαιοτήτων στο Κάϊρο, το Λούξορ ή οπουδήποτε αλλού. Αυτοί οι άνθρωποι είναι συνήθως επίδοξοι ακαδημαϊκοί ή παθιασμένοι ερασιτέχνες που αναζητούν χειρόγραφα στον σκοτεινό κόσμο της αγοράς αρχαιοτήτων. Σύμφωνα με την γραμματέα του (που μπορεί να μην ήταν και καθόλου αξιόπιστη), ο Martin Bodmer, ένας πλούσιος Ελβετός συλλέκτης που ήθελε να φτιάξει μια συλλογή με σημαντικά έργα της αρχαίας γραμματείας, είχε παραλάβει ένα πακέτο με αρχαίους παπύρους από το Νέο Δελχί στο αεροδρόμιο, καθώς περνούσε διαμέσου του Καΐρου με προορισμό το σπίτι του.

Οσον αφορά στην χρονολόγηση των τεμαχίων του “Λουκά”, ο Nongbri πρόσεξε πώς ενώ ο Roberts υπέθεσε πως προέρχονταν από τον δεύτερο αιώνα (που είναι εξίσου σημαντικό), άλλοι ειδικοί τα χρονολόγησαν στον τρίτο και ακόμη και στον τέταρτο αιώνα! Και χωρίς την πλαστή ιστορία, δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε πως χρονολογούνται πριν τον τέταρτο αιώνα. Οποιαδήποτε χρονική στιγμή μεταξύ δεύτερου και τέταρτου αιώνα φαίνεται πιο εύλογη.

Μπορεί η διαφορά να μην φαίνεται μεγάλη, αλλά ένα χειρόγραφο των αρχών του δεύτερου αιώνα μπορεί να αντιγράφτηκε από κάποιον που δεν είχε μετακινηθεί παρά ελάχιστα από την ιστορία του Ιησού: Για παράδειγμα κάποιον που απλά είχε γνωρίσει κάποιον απόστολο. Εξαιτίας αυτού του ισχυρισμού, πολλοί χρησιμοποιούν αυτά τα χειρόγραφα για να καταδείξουν την ακρίβεια των ιστοριών για τον Ιησού. Ενα χειρόγραφο του τέταρτου αιώνος, όμως, είναι γραμμένο τόσο αργά, ώστε κανείς να μην μπορεί να κάνει ισχυρισμούς για καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων.

Σε όλο το βιβλίο του ο Nongbri πηγαίνει πίσω στα βασικά της ανακάλυψης και χρονολόγησης των πιο διάσημων και σημαντικών χειρογράφων. Αυτό που βρήκε είναι πώς μερικές φορές οι τρόποι χρονολόγησης πρώιμων χειρογράφων της Καινής Διαθήκης είναι κάπως “τσαπατσούλικοι” και αποτυγχάνουν να λάβουν υπόψιν την σωματικότητα των κειμένων. Μερικοί μελετητές, μου είπε ο Nongbri, συχνά βρίσκουν ένα δείγμα γραφής από τον δεύτερο αιώνα και μετά ισχυρίζονται πώς το πιο πρώιμο χριστιανικό χειρόγραφο θα πρέπει να χρονολογηθεί σε μια αντίστοιχη χρονική περίοδο (αγνοώντας πως παρόμοια δείγματα γραφής εντοπίζονται και σε μεταγενέστερες περιόδους).

“Με τα χριστιανικά χειρόγραφα” προσθέτει, “υπάρχει πάντα ο πειρασμός να τα τοποθετούμε στην αρχαιότερη πιθανή χρονολογία διότι όλοι λατρεύουμε να βρίσκουμε κειμήλια που μας φέρνουν πιο κοντά στη ζωή του Ιησού και των πρώτων οπαδών του. Αλλά για λόγους που υπογραμμίζω στο βιβλίο μου, το να προσποιούμαστε ότι μπορούμε να ορίσουμε ακριβείς χρονολογίες, δεν λύνει τις δυσκολίες στην χρονολόγηση των χειρογράφων”.

Τίποτα απ’αυτά δεν είναι καλά νέα για αυτούς που, για θρησκευτικούς λόγους, θέλουν να χρησιμοποιούν τα πρώιμα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης σαν απόδειξη της ακρίβειας των Γραφών… Όποιος νομίζει πως τα χειρόγραφα της Κ.Δ. αποδεικνύουν ο,τιδήποτε για την ακρίβεια ή την αυθεντικότητα του μηνύματος του Θεού, θα πρέπει να διαβάσει το βιβλίο του Nongbri.

Ο σκοπός του Nongbri είναι να κάνει τους ανθρώπους να νοιαστούν για τα χειρόγραφα πάνω σε μια άλλη βάση: “Για καιρό είχαμε την τάση να βλέπουμε τα πρώιμα χριστιανικά χειρόγραφα σαν φορείς αυθεντικών κειμένων… Αλλά τα χειρόγραφα είναι αρχαιολογικά κειμήλια με δικές τους ιστορίες… Το πρώτο βήμα για την παραγωγή ουσιαστικής γνώσης γι΄αυτά, είναι το να είμαστε ειλικρινείς για τα πράγματα που δεν ξέρουμε. Από κει και μετά μπορούμε να οικοδομήσουμε στέρεες υποθέσεις, βασισμένες σε πραγματικές αποδείξεις αντί ευσεβείς πόθους.”

 

Αρχική πηγή άρθρου

 

 

 

Share This Post On

Submit a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

three − one =